Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Η ματωμένη άνοιξη του 1944:

 

Η ματωμένη άνοιξη του 1944: Αφιέρωμα στην Ελένη Βαρσαμή-Χαλυβοπούλου 29-4-24

 

Κείμενο : Αγγελική Νικολάου 

 

 


 

Ανάμεσα στις δυναμικές γυναίκες του Βόλου που οργανώθηκαν από νωρίς στο αντιστασιακό κίνημα και σφράγισαν τον αγώνα με τον βίαιο θάνατό τους, ήταν η Βολιώτισσα Ελένη Βαρσαμή-Χαλυβοπούλου. Δασκάλα, με αστική καταγωγή, η Ελένη συμμετείχε επίσης ενεργά στον Βολιώτικο Οδηγισμό.

 Το 1937 η νεαρή Νίκη Λυμπέρη (μετέπειτα Σαμαρά), μαθήτρια της Εμπορικής Σχολής Βόλου, εμπνευσμένη από την Αιγυπτιώτισσα Οδηγό Ισμήνη Ψυχούλη, δημιουργεί τον πρώτο πυρήνα του Βολιώτικου Οδηγισμού, με αρχηγό της 1ης Ομάδας της Ιωάννα Σαράτση και πρώτη τοπική έφορο την Ελένη Χαλυβοπούλου, παντρεμένη ήδη με τον εμπορικό αντιπρόσωπο Αριστομένη (ή Αριστοφάνη) Χαλυβόπουλο.  Στη θέση αυτή, στην οποία παρέμεινε μέχρι την αυτοδιάλυση του Σώματος το 1939, η Ελένη έδειξε τις οργανωτικές της ικανότητες, τις οποίες εξέλιξε αργότερα ως Διευθύντρια στη Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού.


 

Η Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού ιδρύθηκε από τον αμερικανικό φιλανθρωπικό οργανισμό «Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής» (Near East Relief), που είχε δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα κυρίως μετά το 1922, για την παροχή βοήθειας στους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ρητός σκοπός της ίδρυσης της Λέσχης ήταν η μόρφωση, καλλιέργεια και ψυχαγωγία των νεαρών εργαζόμενων Ελληνίδων. Στον Βόλο το σωματείο με την επωνυμία «Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού Βόλου» ιδρύεται  το 1956, με την αρ. 623/23.05.1956 Απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου. Φαίνεται όμως πως η Λέσχη έχει ξεκινήσει τη λειτουργία της στον Βόλο ήδη από τη δεκαετία του ’30. Για την ίδρυση και λειτουργία της μάλιστα αγωνίστηκε ιδιαίτερα ο δημοσιογράφος και πολιτικός Αλέξανδρος Μέρος, διευθυντής του «Ταχυδρόμου», ο οποίος φέρεται να συνεργάστηκε στενά με τη Χαλυβοπούλου. Η Λέσχη τότε στεγαζόταν πίσω από τα Δικαστήρια της πόλης, στην οδό Γαλλίας. Όπως αναγράφεται στο καταστατικό του σωματείου, «σκοπός του συλλόγου είναι η μόρφωσις και ψυχαγώγησις των μελών, η πραγματοποίησις μορφωτικών συγκεντρώσεων και διαλέξεων […], η δημιουργία βιβλιοθήκης και γενικώς η διά παντός νομίμου μέσου και τρόπου εξύψωσις του πνευματικού επιπέδου των μελών του συλλόγου».


 

Στον Βόλο, αμέσως μετά τη συγκρότηση του ΕΑΜ στις αρχές του 1942 από τον Κώστα Γαμβέτα, οι γυναίκες αρχίζουν να οργανώνονται σε χωριστές ομάδες. Αναφέρει χαρακτηριστικά η Μαρία Ζωιτοπούλου  «[…] άρχισα να επισκέπτομαι τις γνωστές μου, μια – μια. Κατέληξα στην Ελένη Χαλυβοπούλου η οποία και ανέλαβε την όλη οργάνωση […]». Έτσι, συγκροτήθηκε το ΕΑΜ Γυναικών Βόλου με τομεάρχη την Ισμήνη Δρόσου και  τμήματα στις διάφορες συνοικίες της πόλης. Επιπλέον, συγκροτήθηκαν γυναικείες αντιστασιακές ομάδες στις μεγάλες βιομηχανίες της πόλης που απασχολούσαν κυρίως γυναικείο πληθυσμό, με κυριότερη την καπνοβιομηχανία του Ματσάγγου.

Την ίδια περίπου εποχή, οι ΕΑΜίτες Λούσης και Πολυχρονιάδης πραγματοποιούν στον Βόλο μυστικές συναντήσεις με παράγοντες της τοπικής κοινωνίας που δεν ήταν εαμίτες ή ανήκαν στην ΕΛΑΣΟΜ (Εθνική Λαϊκή Απελευθερωτική Οργάνωση Μαγνησίας). Σε αυτές τονιζόταν ο εθνικός χαρακτήρας της δράσης του ΕΑΜ πέρα από τον κοινωνικό-ταξικό. Τότε προσχώρησαν στην οργάνωση ένα πλήθος ατόμων από τα μεσοαστικά και αστικά στρώματα: ο φιλελεύθερος νομάρχης, στρατηγός σε αποστρατεία Δημήτριος Ψιάρρης, ο στρατηγός Κώστας Τσαμάκος, ο διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας Κ. Δονδολίνος, ο δικηγόρος Θ. Κλαψόπουλος, οι γιατροί Γ. Τζάνος και Ι. Κονταράτος. Ανάμεσα σε αυτούς και ο σύζυγος της Ελένης, έμπορος, Αρ. Χαλυβόπουλος.

Στη Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού, η έξυπνη και δραστήρια Ελένη δίνει τη μάχη διοργανώνοντας πολιτιστικές εκδηλώσεις, που μόρφωναν και καλλιεργούσαν τη νεολαία του Βόλου και παράλληλα εξύψωναν το φρόνημα του λαού. Μια τέτοια εκδήλωση στην Κατοχή ήταν η Έκθεση Ζωγραφικής του Κώστα Ζήση. «Η Έκθεση Ζήση είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία και κόσμος πολύς ανεβοκατέβαινε στη Λέσχη», διαβάζουμε στη μαρτυρία του Δημήτρη Λέτσιου στη Νίτσα Κολιού. Τις εκδηλώσεις παρακολουθούσαν και πολλοί εργάτες και εργάτριες της καπνοβιομηχανίας Ματσάγγου.

 

Συγχρόνως, η Ελένη Χαλυβοπούλου έχει επαφές με τα μέλη της ΕΠΟΝ και προσπαθεί να προωθεί τις δράσεις τους. Έτσι, στο φύλλο της 16ης Απριλίου 1944 της εφημερίδας «Νεανική Δράση», ενός μικρού δισέλιδου που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1944 με υπεύθυνους τους Α. Σκλείδη, Λ. Πορτοκάλογλου και Κ. Λέτσο και αποτύπωνε την αλλαγή που επέφερε ο πόλεμος και η Κατοχή στη σκέψη και τη δράση των νέων του Βόλου, διαβάζουμε: «Μια Κυριακή του Φλεβάρη στην αίθουσα της Λέσχης Εργαζόμενου Κοριτσιού, ο πρωτοπόρος Λευτέρης Πορτοκάλογλου μίλησε σε φιλότεχνο ακροατήριο για την πατρίδα, τη ζωή και το έργο του Νορβηγού λογοτέχνη Κνουτ Χάμσουν». Το φύλλο αυτό του Απριλίου ήταν το τελευταίο της «Νεανικής Δράσης». Ό,τι φρικτό ακολούθησε δεν επέτρεψε τη συνέχιση της έκδοσης.

 

Εκείνη τη ματωμένη άνοιξη του ’44 οι Γερμανοί και οι δωσίλογοι συνεργάτες τους, τα διαβόητα ΕΑΣΑΔια, επιδίδονταν σε όργιο συλλήψεων, φυλακίσεων, βασανισμών, βιασμών και εκτελέσεων πολιτών που ήταν οργανωμένοι ή βοηθούσαν το αντιστασιακό κίνημα, τόσο από τα εργατικά όσο και από τα αστικά στρώματα του Βόλου. Είχαν ήδη φυλακιστεί ο Τζάνος και ο Δονδολίνος. Ο κλοιός φαινόταν να σφίγγει και για το ζεύγος Χαλυβόπουλου. Το βράδυ πριν την εκτέλεση η Χαλυβοπούλου επισκέφτηκε τη Δρόσου στο σπίτι της και της έδωσε ένα μάτσο με αντιστασιακές εφημερίδες να τις κρύψει στο υπόγειο. Η Δρόσου κράτησε τα έντυπα καθησυχάζοντάς την ότι αυτές δεν διατρέχουν κίνδυνο. 


 

 

Το ίδιο βράδυ οι ΕΑΣΑΔίτες συνέλαβαν την Ελένη και τον σύζυγό της μέσα στο σπίτι τους, μπροστά στα μάτια του γιου τους Αλέκου και της υπηρέτριας. Τους υποχρέωσαν να περιμένουν στην αυλή και, αφού πλιατσικολόγησαν, τους οδήγησαν προς την οδό Ιωλκού και τους εκτέλεσαν. Το επόμενο πρωί, τα δύο πτώματα κείτονταν στο πεζοδρόμιο, στη γωνία των Δικαστηρίων, ενώ το αίμα είχε κυλήσει και είχε φτάσει μέχρι το μέσον της οδού Ιωλκού. Η Λευκοθέα Παπαϊωάννου, μαθήτρια του Γυμνασίου Θηλέων, που στεγαζόταν στο σημερινό κτήριο της Βιβλιοθήκης Κυριαζή, θυμάται χαρακτηριστικά: «Δεν μπορούσαμε εμείς οι νεαρές μαθήτριες, πηγαίνοντας για το σχολείο και περνώντας από την πλατεία Ελευθερίας, να αντικρίζουμε τους κρεμασμένους πατριώτες από τις ακακίες που βρίσκονταν εκεί ούτε μπορούσαμε να ξεχάσουμε το αίμα από τη δολοφονία του ζεύγους Χαλυβόπουλου, μπροστά από την πόρτα των Δικαστηρίων, που ξεράθηκε […]». Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία της Έφης Κοτσαρίνη-Παπά, μια καπνεργάτρια του Ματσάγγου περνώντας βούτηξε το μαντήλι της στο χυμένο αίμα της Χαλυβοπούλου, το πήρε μαζί της και είπε στις συναδέλφισσές της πως δεν θα το αποχωριστεί ποτέ.

 

Λίγες μέρες αργότερα, η παράνομη εφημερίδα του ΕΑΜ Μαγνησίας «Αναγέννηση», στο άρθρο με τίτλο «Τρομοκρατία», σημειώνει: «Ατελείωτη είναι η σειρά των κακουργημάτων. Την πρώτη μέρα οι γενίτσαροι ΕΑΣΑΔ σκότωσαν τον γέρο τσαγκάρη Μαστρογιάννη… γιατί τους κοίταξε! Έσυραν τη νύχτα από τα σπίτια τους και δολοφόνησαν στο δρόμο τον Αθηνιώτη, τον Χατζόπουλο, τον παραγγελιοδόχο Χαλυβόπουλο και τη γυναίκα του και άλλους πολλούς, με μια σφαίρα στον τράχηλο κατά τη χιτλερική μέθοδο».

 

Η δολοφονία της Ελένης Χαλυβοπούλου δεν άφησε ασυγκίνητο τον μαέστρο της χορωδίας του 54ου Συντάγματος ΕΛΑΣ Ντίνο Πάντα. Στο επικολυρικό του έργο με τον τίτλο «Φυλάκιο στην οξιά», γραμμένο το 1944 κάτω από τις οξιές του Πηλίου, στο οποίο παρουσιάζει σκηνές από τη ζωή των ανταρτών και από την κατάσταση που επικρατούσε την ίδια εποχή στην πόλη του Βόλου, ο ευαίσθητος καλλιτέχνης και αγωνιστής αφιερώνει μερικούς στίχους στον μαρτυρικό θάνατο του ζεύγους Χαλυβόπουλου:

Πάει κι ο Τζάννας ο γιατρός, πάει κι η Χαλυβοπούλου

της Λέσχης η Διευθύντρια των κοριτσιών. Τη δόλια

απ’ του ύπνου το κρεβάτι της την άρπαξαν τη νύχτα

και τηνέ σφάξαν σαν τραγί μαζί με τον καλό της

τον σύζυγο. Στην Ιωλκού, μπροστά στα Δικαστήρια

ήταν ριχμένοι. Βάρβαρα πολύ τους θανατώσαν              

τι εκεί στον τοίχο τα μυαλά τους ήταν κολλημένα,

το αίμα πλημμύρα, τα μεριά τους παραμορφωμένα! […]

 

Αργότερα, το 1962, ο γιος τους Αλέξανδρος, στην Αίτηση για αποζημίωση που θα καταθέσει στο Πρωτοδικείο, θα γράψει μεταξύ άλλων: «Το γεγονός της τοιαύτης δολοφονίας των προσφιλεστάτων γονέων μου […] ενεποίησε τότε μεγίστην εντύπωσιν εις ολόκληρον την πόλιν του Βόλου και εχαρακτηρίζετο ως κατ’ εξοχήν πράξις διωγμού διά λόγους αντιθέσεως προς την εθνικοσοσιαλιστικήν θεωρίαν».

 

 

 

Πηγές:

Αρχειακές Συλλογές ΓΑΚ Μαγνησίας, Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού Βόλου, Λάζαρος Αρσενίου, Νίτσα Κολιού, Τασούλα Βερβενιώτη, Θανάσης Βογιατζής, Νίκος Στουρνάρας, Δημήτρης Κωνσταντάρας-Σταθαράς, Δημήτρης Παντελοδήμος, Μαρία Κοσκινά.

 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

9η Μαη 2024


 


Ο ΣΙΜΕΑ  διοργάνωσε επετειακή εκδήλωση για να τιμήσει την 9η του Μάη και τα 60 εκ. νεκρούς του 2ουΠολέμου με προσκεκλημένο ομιλητή τον διδάκτορα ιστορίας Τάσο Κωστόπουλο .

Το θέμα της ομιλίας ήταν :  Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΤΗΘΗΚΕ. ΑΠΟ ΤΟΝ 2ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ ΄

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στους μηχανισμούς ενσωμάτωσης  των πρώην ναζί  στην Γερμανία , των πρώην φασιστών στην Ιταλία και των πρώην δοσιλόγων στην Ελλάδα .

Αναφέρθηκε πως εκπαιδεύτηκαν στις Ενωμένες Πολιτείες, στελέχη των μυστικών υπηρεσιών  της Ναζιστικής Γερμανίας και τον τρόπο που στελέχωσαν στην συνέχεια την Δυτική Γερμανία .

Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόστηκαν στην Ιταλία με τα στελέχη του Φασιστικού κόμματος του Μουσολίνι .

 

 Ο Τάσος Κωστόπουλος με τον χειμαρρώδη λόγο του γοήτευσε τους παρευρισκόμενους και απάντησε σε αρκετές ερωτήσεις .


 

 

Την εκδήλωση συντόνισε ο Γραμματέας του ΣΙΜΕΑ  Απόστολος  Κ. Αποστολάκης  ο οποίος στον προλογό του τόνισε ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τα 60 εκ νεκρούς  -θύματα του φασισμού, όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε τους νεκρούς της πολύπαθης Παλαιστίνης αλλά και όλων των εμπόλεμων περιοχών

Η  εκδήλωση σημείωσε επιτυχία καθώς παραβρέθηκε   αρκετά μεγάλος αριθμός μελών και φίλων του ΣΙΜΕΑ ,παρά την δυσκολία που παρουσίαζε η μέρα ,καθώς πολλοί φίλοι μας δεν είχαν επιστρέψει από την Πασχαλιάτικη απόδραση .

 Ευχαριστούμε το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΠΘ και ιδιαίτερα τον πρόεδρο κ. Λουκά Ζαχείλα για την παραχώρηση της αίθουσας και το τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας (ΙΑΚΑ) του Παν.Θεσσαλίας για την αιγίδα που επίσης παραχώρησε .

Σήμερα κλιμάκιο του ΣΙΜΕΑ  παραβρέθηκε στην κατάθεση στεφάνων που διοργανώθηκε από την Περιφέρεια Θεσσαλίας . Το στεφάνι του ΣΙΜΕΑ κατέθεσε το ιδρυτικό μέλος του συλλόγου Λεωνίδας Μαυρογιάννης. 

 




Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

ΤΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ

 

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  1944

 

 

80 χρόνια από τον θάνατο του δημοκράτη αγωνιστή, δημοσιογράφου και λόγιου

Τάκη Οικονομάκη (1886-1944)


 

 

Κείμενο : Αγγελική Νικολάου

 

 

Ήταν για πρώτη φορά στις 19 του Απρίλη 1952, στη δύσκολη μετεμφυλιακή εποχή, όταν ο Γιάννης Σιαφλέκης, νομικός και αντιστασιακός, αποκάλυψε σε ομιλία του για πρώτη φορά την προσωπικότητα του Τάκη Οικονομάκη, όχι μόνο ως ανθρώπου των Γραμμάτων και της δημοσιογραφίας, αλλά και ως αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, μια ομιλία που προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στους Βολιώτες. Τότε μάλιστα έγινε από τον ίδιο η πρόταση στον Δήμο Βόλου να δοθεί το όνομα του Οικονομάκη σε έναν δρόμο της πόλης (την έως τότε οδό Παρθεναγωγείου) και να στηθεί η προτομή του στην πλατεία Ελευθερίας, πρόταση που έγινε αποδεκτή.

 

                Ο Τάκης (Παναγιώτης) Οικονομάκης γεννήθηκε το 1886 στον Βόλο, από μικροαστική οικογένεια (ο πατέρας του από τη Μάνη, η μητέρα του από την Κύμη), γι’ αυτό, μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο, αναγκάστηκε να εργαστεί ως γραμματέας στο Ειρηνοδικείο του Βόλου. Εκεί γνωρίστηκε με τον Δημοσθένη Ρίζο, εκδότη της εφημερίδας «Θεσσαλία», ο οποίος, εκτιμώντας το φωτεινό πνεύμα και την τιμιότητά του, τον προσέλαβε ως ανταποκριτή της εφημερίδας στην Αθήνα, καθώς ο Οικονομάκης είχε γραφτεί εκεί στη Νομική Σχολή. Έτσι ξεκίνησε η πορεία του στον χώρο της δημοσιογραφίας. Από το 1914 μάλιστα ανέλαβε τη διεύθυνση της «Θεσσαλίας» μέχρι τον θάνατό του.

                Ο Οικονομάκης επηρεάστηκε από τις έντονες ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις της εποχής του. Υπήρξε συντάκτης στην «Πανθεσσαλική», εφημερίδα που έβγαζε από το 1900 έως το 1912 ο δικηγόρος Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης και εξέφραζε τις αγωνιστικές διαστάσεις του λαϊκού αγροτικού κινήματος, ενώ αργότερα συνεργάστηκε στον «Εργάτη» του Κώστα Ζάχου. Το 1908 αποτελεί μέλος μιας πλειάδας προοδευτικών διανοουμένων του Βόλου -Κώστα Ζάχο, Δημήτρη Σαράτση, Αλέξανδρο Δελμούζο κ.ά.- που συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία του «Πανεργατικού Κέντρου», σταθμό στην ανάπτυξη του ελληνικού εργατικού κινήματος, και του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου, την αφετηρία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, με τη γνωστή εμπαθή δίωξη και την άδοξη κατάληξη. Λάτρης της νεοελληνικής, της δημοτικής γλώσσας, συνεργάστηκε επίσης στο περιοδικό «Νουμάς» του Ταγκόπουλου και στο «Σεράπιον» της Αλεξάνδρειας, φιλολογικό περιοδικό του δημοτικισμού του αιγυπτιώτικου ελληνισμού, όπως και στην φιλολογική και καλλιτεχνική επιθεώρηση του Βόλου «Φιλότεχνος». Δημοσίευσε άρθρα, χρονογραφήματα, διηγήματα και ποιήματα, μερικά με ψευδώνυμο. Τις επόμενες δεκαετίες των εθνικών και πολιτικών περιπετειών, ο Οικονομάκης, απομακρυνόμενος σταδιακά, κυρίως τη δεκαετία του 1930, από τις πρακτικές του κόμματος των Φιλελευθέρων, συνέχισε με την πένα του να αγωνίζεται για το αγροτικό και το εργατικό κίνημα και για τη βελτίωση των όρων ζωής των ασθενέστερων λαϊκών τάξεων, με δημοκρατική συνείδηση και πολιτική εντιμότητα.

 Στις δημοτικές εκλογές όμως του 1934, εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό του εκλεγέντος δημάρχου, Κωστή Σπυρίδη, τον οποίο υποστήριξε η Βενιζελική παράταξη, κόντρα στον Γ. Καρτάλη, που υποστήριξε η Αντιβενιζελική, και στον Μιλτ. Πορφυρογένη, που υποστήριξε το ΚΚΕ.

                Στη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής Κατοχής, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Μαγνησίας οργανώθηκε στις εαμικές οργανώσεις. Ο Τάκης Οικονομάκης δεν έμεινε αμέτοχος. ‘Όπως γράφει ο στενός συνεργάτης του Αχιλλέας Ορφανίδης: «Ο Οικονομάκης σκέφτηκε να κάνει αντίσταση εναντίον των Γερμανοϊταλών από την πρώτη μέρα της Κατοχής. Την επόμενη μέρα από την επανέκδοση των βολιώτικων εφημερίδων, μετά την είσοδο των Γερμανών στην πόλη μας, μας κάλεσε και μας επέστησε την προσοχή για τον τρόπο με τον οποίο θα εκδίδαμε τη «Θεσσαλία» σε συνθήκες Κατοχής. Μας είπε ότι είχαμε υποχρέωση να πολεμήσουμε τους Γερμανοϊταλούς και να μη διευκολύνουμε σε καμία περίπτωση το έργο τους». Ο ίδιος άρχισε να γράφει πατριωτικά άρθρα για την εμψύχωση των συμπολιτών του και τη στηλίτευση της συνεργασίας με τον κατακτητή. Όταν οι Ιταλοί φασίστες κάλεσαν τους εκπροσώπους του Τύπου για να τους κάνουν συστάσεις πώς να γράφουν, ο Οικονομάκης απάντησε θαρραλέα πως η εφημερίδα του θα εξακολουθούσε να τους θεωρεί κατακτητές και όχι φίλους και συμμάχους. Δεν δίστασε μάλιστα να τα βάλει και με τις διορισμένες αρχές, για την ανεπάρκεια και την αδυναμία που τις διέκρινε όταν άρχισε η τραγωδία της πείνας και των εγκαταλειμμένων νεκρών στους δρόμους του Βόλου. Έτσι, στις 25 Δεκεμβρίου του 1941 δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Χριστούγεννα με ένα κουτί σπίρτα», με το οποίο κατήγγειλε την επισιτιστική αθλιότητα και την υποκρισία των αρχών.

                Όταν το 1942, σε μια κρίσιμη στιγμή, οι Ιταλοί και οι λεγεωνάριοι της Θεσσαλίας, με αρχηγό τους τον τυχοδιώκτη Αλκιβιάδη Διαμάντη, προσπαθούν λυσσαλέα να μαζέψουν υπογραφές για το ψευδοκράτος της Πίνδου, ο Τάκης Οικονομάκης δημοσιεύει, στις 15 Φεβρουαρίου 1942, ένα ενυπόγραφο άρθρο με τον τίτλο «Η Ελλάδα μας», με το οποίο καταγγέλλει ανοιχτά την προδοσία των λεγεωνάριων. Θορυβημένοι οι Ιταλοί και ο Διαμάντης, στέλνουν την επομένη ένοπλους μπράβους τους για να τον σκοτώσουν μέσα στο εστιατόριο του Λάζαρου Μεταφτσή. Ευτυχώς, οι εαμικοί που αγρυπνούν τους αφοπλίζουν και τον απελευθερώνουν κι ο Οικονομάκης «ξαναχτυπά» τις επόμενες μέρες με άλλα δύο άρθρα για το κουτσοβλαχικό ζήτημα. Οι Ιταλοί εκνευρίζονται και τον συλλαμβάνουν, αλλά τον αφήνουν λίγες μέρες αργότερα, μπροστά στη γενική κατακραυγή, η εφημερίδα όμως τιμωρείται με κλείσιμο 5 ημερών. Ο Οικονομάκης συνεχίζει να τους κατακεραυνώνει, ενώ από την άλλη προσπαθεί να καθοδηγήσει τον λαό να οργανωθεί σε προμηθευτικούς συνεταιρισμούς, για να σωθεί από τα νύχια των μαυραγοριτών. Επίσης, έχοντας πάρει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, δημοσιεύει σχετικά ιστορικά κείμενα όπου διοχετεύει έντεχνα τα σύγχρονα μηνύματά του για αντίσταση στους νέους κατακτητές. Δίνει καθημερινές μάχες με την ιταλική λογοκρισία, ενώ το άρθρο του για την εθνική επέτειο, στις 25 Μαρτίου 1943, διαγράφεται εντελώς. Τον Αύγουστο του 1943 συμμετέχει ως ομιλητής στο αντιβουλγαρικό παλλαϊκό συλλαλητήριο που οργάνωσε το ΕΑΜ στην πλατεία Ελευθερίας. Την ίδια χρονιά συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και κρατείται, μαζί με άλλους επιφανείς Βολιώτες, ως αντίποινα για τις γερμανικές απώλειες στη μάχη των Μηλεών, με την απειλή της εκτέλεσης.

Ο Οικονομάκης όμως, ανυποχώρητος, επιμένει με την πατριωτική του αρθρογραφία να εμψυχώνει τον λαό του Βόλου στον αγώνα του για απελευθέρωση. Στις 16.09.1943 οι Γερμανοί αναστέλλουν την έκδοση και των τριών εφημερίδων της πόλης και επιτρέπουν μόνο μια κοινή, λογοκριμένη έκδοση με τον τίτλο «Τύπος του Βόλου». Είναι η εποχή που η ενημέρωση για την εξέλιξη του πολέμου γίνεται κυρίως από τον αντιστασιακό Τύπο (Αναγέννηση, Λαοκράτης, Εθνική Αλληλεγγύη, Εργατική, ΕΑΜ, Γυναικείος Αγώνας κ.ά.), που εκδίδεται στα παράνομα τυπογραφεία του Βόλου, του Πηλίου, των Αγράφων. Τον Απρίλη του 1944, εποχή των θηριωδιών των διαβόητων ΕΑΣΑΔ, όταν «οι δρόμοι του Βόλου γέμισαν από σκοτωμένους και κρεμασμένους», κατά την έκφραση του γραμματέα του ΕΑΜ Γ. Χριστοδουλίδη, αμέσως μετά το Πάσχα, οι Γερμανοί και οι δωσίλογοι συνεργάτες τους εισβάλλουν στο γραφείο και στο σπίτι του (Λώρη και Οικονομάκη) για να τον συλλάβουν, όμως δεν τον βρίσκουν. Μόλις επιστρέφει και μαθαίνει για το ένταλμα, παθαίνει βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, ενώ την επόμενη μέρα, στις 18 Απριλίου 1944, «ο ωραίος αυτός αγωνιστής της δημοσιογραφίας και της δημοκρατίας» αφήνει την τελευταία του πνοή. Όπως ο ίδιος προφητικά έγραψε:

«Ελεύθερα στον ανοιχτό αέρα

της τόλμης ας απλώσουν τα φτερά μου

κι η βάρκα μου λευκή σαν περιστέρα

στην τρικυμία να πάει τη χαρά μου».

Για να αποτιμήσουμε την προσφορά του Οικονομάκη στον απελευθερωτικό αγώνα, θα χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Γιάννη Σιαφλέκη: «Η συμβολή της αρθρογραφίας του Οικονομάκη είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί τα μηνύματά της για αντίσταση στον κατακτητή έφταναν εκεί που δεν μπορούσαν πάντοτε να φτάσουν τα μηνύματα του μυστικού αντιστασιακού Τύπου. Έφταναν στο συντηρητικό χώρο του Βόλου, σε έναν κόσμο που είχε αναστολές στο να αναπτύξει κάποια ενεργητική αντίσταση, σε έναν κόσμο παθητικό, αμφιταλαντευόμενο, θρησκόληπτο, που τον γοήτευε περισσότερο η ιδέα της αναμονής ή της αδιαφορίας». Η αντιστασιακή του αυτή αρθρογραφία ταυτιζόταν στο σύνολό της με τους βασικούς σκοπούς του ΕΑΜ: αγώνας για την επιβίωση του λαού και την απαλλαγή από τους κατακτητές. Συνεπώς, ο Οικονομάκης, μολονότι δεν λειτουργούσε ενταγμένος στο ΕΑΜ ή σε άλλη οργάνωση, είχε μια παράλληλη, συν-αγωνιστική και αποτελεσματική αντιστασιακή δράση.

 

 

Πηγές: Γιάννης Σιαφλέκης, Λάζαρος Αρσενίου, Νίτσα Κολιού, Νίκος Στουρνάρας ,blog  ΣΙΜΕΑ,Πάνος Σκοτινιώτης

 


 

ΣΑΚΚΟ και ΒΑΝΤΣΕΤΙ

 

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 9 Απριλίου 1927
 
 
 
 
κείμενο και επιλογή φωτογραφιών Απόστολος Κ.Αποστολάκης
 
Μετά από μαραθώνιο δικαστικών περιπετειών που κράτησαν έξι χρόνια , απαγγέλθηκε από Αμερικανικό δικαστήριο θανατική ποινή για τους αγωνιστές Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντσέττι .Ιταλικής καταγωγής και οι δύο, αγωνίζονταν μαχητικά για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο Βαντσέτι που ήταν πιο δυναμικός είπε στους δικαστές ¨Με δικάζετε επειδή είμαι επαναστάτης και και πράγματι είμαι . Διώκομαι επειδή είμαι Ιταλός και πράγματι είμαι. Ενδιαφέρομαι περισσότερο για την οικογένειά μου και για τους αγαπημένους μου παρά για τον εαυτό μου. Αλλά είμαι πεπεισμένος πως έχω δίκιο και αν με εκτελέσετε δυο φορές, δυο φορές θα ξαναγεννηθώ και θα ξανακάνω πάλι τα ίδια ¨
Τσαγκάρης ο Σάκκο και Ιχθυοπώλης ο Βαντσέτι ,δεν είχαν φτάσει τα σαράντα όταν εκτελέστηκαν . Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 23 Αυγούστου με την μέθοδο της ηλεκτρικής καρέκλας
Στα έξι χρόνια που κράτησαν οι δίκες, σε όλη την Αμερική και την Ευρώπη είχε οργανωθεί μεγάλο κίνημα συμπαράστασης το οποίο όμως δεν στάθηκε ικανό να σώσει τις ζωές των δύο αγωνιστών.
‘’ «Αυτός ο άνδρας, ( ο Βαντσέτι ) μπορεί να μην διέπραξε το έγκλημα που του αποδίδεται, είναι παρόλα αυτά ένοχος, επειδή είναι εχθρός των θεσμών μας» φέρεται να δήλωσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου προς τους ενόρκους κατά τη διάρκεια της δίκης ΄΄
Το πνεύμα της Αμερικανού δικαστή μιμήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929 με το περίφημο ιδιώνυμο (1). Δικάζονταν δηλαδή οι ιδέες και όχι μόνο οι πράξεις
Η ζωή τους έγινε κιν. ταινία από τον Τζουλιάνο Μοντάλντο που γνώρισε τεράστια επιτυχία, το δε τραγούδι της πασίγνωστης Τζόαν Μπαέζ τραγουδιέται ακόμα.
1) Ο όρος αναφέρεται στο «ιδιώνυμο» αδίκημα όπως περιγράφεται στον νόμο N.4229/24 Ιουλίου 1929 μετά από πρόταση της κυβέρνησης Βενιζέλου. Ο τίτλος του νόμου ήταν «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Βικιπαίδεια
ΥΓ Το 1977 ο τότε κυβερνήτης της Μασσαχουσέτης Μά'ι'κλ Δουκάκης ( ελληνικής καταγωγής ) αποκατέστησε την αλήθεια ,αναγνωρίζοντας την δικαστική πλάνη .Ονόμασε την 23η Αυγούστου 1977, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΣΑΚΚΟ και ΒΑΝΤΣΕΤΙ 
 

 

 


Ο ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ

     Ο ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ Κείμενο : Απόστολος Κ.Αποστολάκης    Δεν θέλω δόξες, Δεν θέλω σύνταξη , Δε θέλω τίποτα   Το τραγούδι των Μάηδων όπου ...