Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ

 

ΣΙΜΕΑ

17 Ιανουαρίου στις 9:27 π.μ. 

 

·

ΕΝΑ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΟΝ ΓΕΝΑΡΗ 1942 ΣΤΗΝ ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ

Κείμενο : Γιάννης Κονιόρδος

 


 

 

Την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 1942 ο καιρός είχε γυρίσει χιονιάς απ’ το πρωϊ και σε λίγο το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Γύρω στο μεσημέρι, ένα γερμανικό οπλιταγωγό αεροπλάνο, πιθανά λόγω βλάβης, προσγειώθηκε στα «Τσουτσουρνέϊκα αλώνια», ένα γυμνό επίπεδο πλάτωμα στην άκρη του χωριού της Αργαλαστής.

Οι παλιοί Αργαλαστιώτες θυμούνταν το γεγονός και το φοβερό θόρυβο που έκανε το αεροπλάνο πετώντας χαμηλά για να βρει κατάλληλο μέρος να προσγειωθεί. Μέσα στη χιονοθύελλα, το γυμνό από δέντρα τοπίο των αλωνιών θα φάνταζε σαν αεροδρόμιο. Ο γιατρός Σατραζέμης έτυχε αυτόπτης μάρτυς και κατέγραψε το συμβάν στο Ημερολόγιό του: «29 Ιανουαρίου 1942.[…]εις τας 10 π.μ. ήρχισε να χιονίζη, αμέσως τα πάντα καλύφθησαν από άφθονο χιόνι. Όταν έφθασα αλώνια Τσιτσιορνέϊκα έπεσεν το οπλιταγωγόν Αεροπλάνο με 12 Γερμανούς. Πρώτος πήγα εγώ και τους έδειξα στο χάρτη πού βρήσκονται. Χιονίζει πάρα πολύ το Αεροπλάνο σχεδόν κατεστράφη αι μηχανές δεν έπαθον ούτε οι Γερμανοί τίποτα, σώοι. Το βράδυ 7μ.μ. πήγαμε Κατίνα, Νίκος, Τάκης [=η γυναίκα και τα παιδιά του] και το είδαν». Εκτός απ’ το γιατρό, ήταν κι άλλοι κάτοικοι που σε λίγο προσέγγισαν από περιέργεια το σημείο.

Σύμφωνα με μια προφορική μαρτυρία που έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου, την ίδια μέρα στο καφενείο του χωριού έγινε μια αυθόρμητη «συνέλευση» όπου συζητούσαν πώς θα συμπεριφερθούν στους Γερμανούς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ακούστηκαν απόψεις που έλεγαν να τους φερθούν από εχθρικά έως αδιάφορα, αλλά κι εκείνοι που υποστήριζαν ότι ήταν απάνθρωπο να τους αφήσουν μες στο χιόνι «φοβισμένους και κακόμοιρους» όπως έδειχναν. Δεν ξέρω κατά πόσο η μαρτυρία είναι ακριβής, υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι τον Ιανουάριο του 1942 δεν υπήρχε ακόμα οργανωμένη αντίσταση στο χωριό και η όλη διαχείριση ανήκε στην κατοχική κοινοτική αρχή. Εκ του αποτελέσματος, πάντως, φαίνεται πως επικράτησαν οι ψυχραιμότεροι. Εξάλλου, οποιαδήποτε αυθόρμητη ενέργεια δολιοφθοράς θα εξέθετε σε κίνδυνο αντιποίνων ολόκληρο το χωριό.

Τρεις μέρες μετά, την 1η Φεβρουαρίου κι ενώ το χιόνι και το ψύχος είχε καλύψει τα πάντα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιατρού, «ήλθεν Γερμνανικό Αυτοκίνιτο δια να φέρη τροφάς εις τους εδώ ευρισκομένους πεσόντας με το αεροπλάνο». Τις επόμενες μέρες, οι Γερμανοί άρχισαν να αποσυναρμολογούν το αεροπλάνο για να το μεταφέρουν στο Βόλο. Όλη η διαδικασία κράτησε ενάμιση μήνα και ίσως ήταν το μεγαλύτερο διάστημα που το χωριό «φιλοξένησε» στρατό κατοχής.

Γράφω «φιλοξένησε» διότι από τα Πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου φαίνεται πως οι Γερμανοί γι αυτόν τον ενάμιση μήνα χρέωσαν την Κοινότητα με «έξοδα Στρατού Κατοχής» αξίας 5000 δρχ. για 25 οκάδες λάδι που δόθηκαν για διατροφή των στρατιωτών. Μάλιστα, για να εξοικονομηθούν τα χρήματα, έγινε μεταφορά πίστωσης από κονδύλι (χρήσεως 1941-42) προορισμένου για «νοσήλεια απόρων δημοτών». Για να κατανοήσουμε τις αξίες, θυμίζω ότι είναι ο βαρύς χειμώνας του 1942 όπου ο πληθωρισμός καλπάζει, το χρήμα δεν έχει καμία αξία και οι συναλλαγές γίνονται σε είδος στη μαύρη αγορά. Ενδεικτικά, τον Απρίλη του 1942 το λάδι πουλιόνταν (αν έβρισκες) προς 2.500 δρχ. την οκά (μαρτυρία από το Ημερολόγιο του γιατρού).

Να σημειωθεί ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η Κοινότητα χρεώνονταν με ανάλογα έξοδα, ουσιαστικά όμως πλήρωνε σε κατοχικό πληθωριστικό χρήμα τους ιδιώτες για προσφερόμενες υπηρεσίες και προϊόντα. Αλλά γι αυτό το θέμα θα επανέλθουμε.

Το Πρακτικό της Συνεδρίασης της 29ης Μαρτίου 1942 του Κοινοτικού Συμβουλίου έχει ως εξής (αποσπάσματα): «Το Κοινοτικόν Συμβούλιον Αργαλαστής συγκείμενον εκ του Προεδρεύοντος Κοιν.[οτικού] σ/[υμβού]λου αυτού Ι. Παπαδημητρίου και των μελών Δ. Ανέστη, Ι. Πέρρου, Λ. Λάμπρου, Κ. Γιαννούλου, Ε. Παπασταματίου και Δ. Χουχουνίκου,

Συνελθόν εις συνεδρίασιν […] επελήφθη της συζήτησης και επιψηφίσεως των εξής αντικειμένων:

Ο κ. Πρόεδρος καταθέτων σχετικάς αποδείξεις των δικαιούχων εκθέτει ότι δι έξοδα στρατού κατοχής οφείλεται δαπάνη δραχμών 7.500 […] ήτοι: […] δια χρονικόν διάστημα ενάμισυ περίπου μηνός προς διατροφή των ανδρών του παρά την κωμόπολίν μας πεσόντος Γερμανικού αεροπλάνου οφείλεται εις τον Ι. Ηλίαν δαπάνη δρχ. 5000 δι αξίαν 25 οκάδων ελαίου προς 200 δραχ. κατ’ οκάν, δι ο παρακαλεί το το Κοινοτ. Σ/λιον όπως εφ’ όσον δεν έχη αντίρρησιν επί της ως άνω δαπάνης εγκρίνει την διάθεσιν ισοπόσου πιστώσεως προς εξόφλησιν της οφειλομένης δαπάνης.

Το Κοινοτικόν Συμβούλιον λαβόν υπ’ όψει τα ως άνω υπό του κ. Προέδρου εκτεθέντα και τας κατατεθείσας σχετικάς αποδείξεις των δικαιούχων, Σκεφθέν

Ότι η ως άνω δαπάνη καθίστατο απαραίτητος και επιβεβλημένη προς εξυπηρέτησιν του στρατού Κατοχής και ότι διά την απόδοσιν των ως άνω οφειλομένων δέον να μεταφερθή συμπληρωματική πίστωσις […] δραχμών 5150 […] του εγκεκρ. πρ/σμού πιστώσεως χρήσεως 1941-42 προοριζομένης δια νοσήλεια απόρων δημοτών της οποίας ο σκοπός έληξεν […]».

 

Υ.Γ.: Το Βιβλίο Πρακτικών φυλάσσονταν κάποτε στο Κοινοτικό Γραφείο και είχα καταφέρει κάποτε να φωτοτυπήσω ένα μέρος του. Σήμερα, δεν γνωρίζω πού και εάν βρίσκεται.

 

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Αργαλαστιώτες αιχμάλωτοι πολέμου στη Γερμανία

 

 

                Αργαλαστιώτες αιχμάλωτοι πολέμου στη Γερμανία

 

Κείμενο :Γιάννης Κονιόρδος .Εκπαιδευτικός, μέλος του ΣΙΜΕΑ

 

 

 

(πρωτοδημοσιεύτηκε σε ελαφρώς εκτενέστερη μορφή στο περιοδικό «ΕΑΜ και Αντίσταση», τ. 110)

 

 

Αιχμάλωτοι στο Augsburg τις μέρες της απελευθέρωσης, Μάϊος 1945. Ανάμεσά τους οι Αργαλαστιώτες Αργύρης Φουρτωτήρας (μεσαίος κάτω) και Νίκος Σταθαράκος (δεύτερος από αριστερά, πάνω)

 

 
 

Τον Μάρτη του 1944 στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών στο Πήλιο συνελήφθησαν στην περιοχή της Αργαλαστής οι: Θόδωρος (ή Μιχάλης), Γαϊτανάς Αριστείδης, Ευαγγελινός Μανώλης, Ζουμπούλης Μήτσος, Κατσιρέλος Στάθης, Σταμουλάκης ή Βαλατσός, Τεντζεράκης Νίκος, Σταθαράκος Νίκος, Ανέστης Μώμολος (ή Σμυρνιός), Φουρτωτήρας Αργύρης, Καρτσιώτης Κώστας, Τσοπελάκης Φίλιππος, Καραδέμητρος Θεόδωρος (από Μετόχι), Αγιώτης Θόδωρος (από Μετόχι) και Γιάννης Ντάκας (από Μηλίνα). Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Βόλο, έγιναν ανακρίσεις και από κει μεταφέρθηκαν στη Θεσ/νίκη. Έπειτα από λίγες μέρες στάλθηκαν στη Γερμανία ως αιχμάλωτοι πολέμου. Το παρόν κείμενο βασίζεται στην προφορική μαρτυρία ενός εκ των συλληφθέντων, του Νίκου Τεντζεράκη.

 

 

Η σύλληψη και η μεταφορά στη Γερμανία

 

 

Ο Νίκος Τεντζεράκης ήταν 20 χρονών όταν συνελήφθη. «Στο χτένι, που έγινε στις 25 Μαρτίου, χιόνιζε κιόλας, ήμασταν κρυμμένοι όλοι. Καμιά φορά μας βρήκαν οι Γερμανοί, μας πιασαν. Tο ευτύχημα ήταν ότι δεν τρέξαμε, διότι άμα τρέχαμε θα μας σκότωναν…».

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην διαβόητη «Κίτρινη αποθήκη» στο Βόλο, και μετά τη σχετική «περιποίηση» οδηγήθηκαν στους στρατώνες στη Λάρισα και μετά από 2-3 μέρες μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο στη Θεσ/νίκη όπου κάνανε αγγαρείες. «Κάτσαμε καμιά 20αριά μέρες και παραπάνω, μια μέρα μας βάλαν στη γραμμή όλους και τραβήξαμε για τη Γερμανία…». Στη Γερμανία πήγαν στο στρατόπεδο του Moosburg (επίσημα γνωστό ως «STALAG VII Α»). «Πήγαμε εκεί στο γενικό στρατόπεδο στη Γερμανία [εννοεί το Moosburg], ήρθε ένας του Ερυθρού Σταυρού, λέει θα υπογράψετε ότι σας πιάσαν ντυμένους αντάρτες, μη φοβόσαστε τίποτα εγώ είμαι δω. Από κει μας παίρνουν και μας πηγαίνουν στις αποθήκες τις εγγλέζικες και ντυνόμαστε στρατιώτες, μόνο που δεν είχαμε στέμμα ας πούμε [στο δίκωχο]. Κόψαμε εμείς ύστερα από καιρό και φτιάξαμε στο δίκωχο «ΕΛΑΣ» με κόκκινη φίρμα από πάνω για να φαίνεται. Από κει μας πήγαν στο Αουγκσμπουργκ που ήταν και 60 παιδιά του Αλβανικού μετώπου. Αλλά εκεί πέρα έρχονταν ο Ερυθρός Σταυρός δεν μπορούσαν οι Γερμανοί ούτε να μας ακουμπήσουν, ούτε τίποτα. Αφού πηγαίναμε για δουλειά και τραγουδούσαμε αντάρτικα τραγούδια και λέγαν οι σκοποί «Des ist partizanYa, des ist Good.. Τραγουδάτε…».

 

 

Η ζωή στο Augsburg

Σ’ ένα αντιαεροπορικό στο Augsburg τις μέρες της απελευθέρωσης, Μάϊος 1945. Αριστερά επάνω ο Αργύρης Φουρτωτήρας και Νίκος Σταθαράκος (δεξιά κάτω).
 

 

 

Το Αugsburg είναι μια μικρή πόλη, 60 περίπου χλμ. ΒΔ του Μονάχου. Σύμφωνα με τα αρχεία του στρατοπέδου του Μοosburg, έχουν καταγραφεί 228 Έλληνες ως κρατούμενοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Augsburg, συγκεκριμένα στο Luitpoldschule, «ένα τριώροφο σχολείο» όπως επιβεβαιώνει και ο Ν. Τεντζεράκης στην αφήγησή του. Η ζωή τους στο Augsburg δεν είχε βέβαια καμία σχέση με τη «ζωή» των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα θανάτου, όπως είχαν εξάλλου την «τύχη» να γνωρίσουν και κάποιοι από τους συγκρατούμενους Αργαλαστιώτες που μεταφέρθηκαν εκεί. Βεβαίως ήταν υπό συνεχή επιτήρηση και εργάζονταν σε αγγαρείες, κατασκευές δημοσίων έργων ή τοπικές βιομηχανίες. Ο Τεντζεράκης εργάζονταν σε ένα εργοστάσιο Ηλεκτρικής και μάλιστα ανέπτυξε σχέσεις συμπάθειας με τον ιδιοκτήτη, ο οποίος του πρότεινε να μείνει και να εργαστεί εκεί με την απελευθέρωση . «Κάναμε καταναγκαστική εργασία. Μας δίναν 1 μάρκο την μέρα, κατοχικό, είχε κατοχικά μάρκα κι εκεί, αλλά από φαγητό παίρναμε 4,5 κιλά δέμα απ’ τον Ερυθρό Σταυρό, με κακάο, σοκολάτες, κονσέρβες, τα πάντα και μας δίναν και οι Γερμανοί φαγητό…».

Στο Augsburg έμειναν 18 μήνες χωρίς να έχουν επαφή ή νέα από τους δικούς τους στην Ελλάδα. (Παρά τη μαρτυρία του Τεντζεράκη, έχω εντοπίσει επιστολές που έχουν σταλεί από συγκρατούμενό του στο σπίτι του στην Αργαλαστή. Απ’ τις επιστολές γίνεται φανερό πως υπήρχε κάποια επικοινωνία τουλάχιστον ως την αποχώρηση των Γερμανών απ΄ την Ελλάδα το 1944).

 

  

Απελευθέρωση και επιστροφή στην Ελλάδα

 

 

Τον Μάιο του 1945, έφθασαν οι Αμερικανοί και τους απελευθέρωσαν. Οι τελευταίες εκείνες μέρες και ώρες, ωστόσο, ήταν δραματικές, καθώς κανένας δεν γνώριζε τι θα γίνει, οι Γερμανοί ήταν νευρικοί και ο φόβος διάχυτος. «Μας λέγαν από μέρες τα κορίτσια της γειτονιάς εκεί που μας βλέπαν στο προαύλιο «άμα έχετε τίποτα φωτογραφίες να μας δώσετε να σας κρύψουμε εμείς» γιατί τους λέγανε ότι άμα μπούνε μέσα οι Αμερικανοί θα μας σφάζανε εμάς. Και μας λένε, άμα ακούσετε συναγερμό να ξέρετε ότι εισβάλλουν τα τανκς…».

«Ήμασταν σε μια ταρατσίτσα με κάτι άλλα παιδιά και ακούμε κανόνια, πυροβολικό, κακό… Πάμε μέσα και λέμε ανοίξτε [να μπούνε στα καταφύγια]. Λέει θα πάτε στα καταφύγια αλλά δεν θα πάρετε τίποτα άλλο μαζί μόνο τις γαλότσες. Κατεβαίνουμε στα καταφύγια καμιά φορά, σκοτάδι… Στο τέλος λέμε, ε δε μας λυπάσαι λέμε, ζήσαμε τόσο καιρό και θα σκοτωθούμε απόψε… Μπαίνουν 2 των Ες-Ες και ρωτάνε οι Γερμανοί, γιατί ήτανε και οι Γερμανοί στα καταφύγια,  λένε «άμα δεν παραδοθεί η πόλη θα την κάψουνε». Κάποια στιγμή ακούμε συναγερμοί… 5 φορές συναγερμοί, τότε φωνάζει ο στρατοπεδάρχης ο Γερμανός τον κατσίπ’ [= ο έλληνας επιτηρητής των αιχμαλώτων] και λέει «τώρα εσείς σκοποί, εμείς αιχμάλωτοι» και μας πάνε στην αποθήκη και λένε, γιατί είχε δέματα μέσα η αποθήκη, βάλτε σκοπό εδώ… μας παραδώσαν τα πάντα…». 

Με την απελευθέρωση, άρχιζε η νέα περιπέτεια της επιστροφής. Σε λίγες μέρες έφτασε Έλληνας αξιωματικός εντεταλμένος να παραλάβει τους κρατούμενους. «΄Ηρθε ένας αξιωματικός του στρατού τότε στη Γερμανία, ήρθε στο στρατόπεδο και λέει, έχω εντολή να πάρω τους ελεύθερους εργάτες, κι εσάς που ήσαστε χαρακτηρισμένοι αντάρτες, άμα θέλω. Του δίνουμε ένα κωλόρο ούτε ξαναπάτησε στο στρατόπεδο…».

Οι έντονες αντιδράσεις των κρατουμένων προσέλκυσαν την προσοχή ενός Σέρβου αξιωματικού που τους πρότεινε να τους μεταφέρει αυτός. Μια ομάδα τον ακολούθησε. «Μας είπε, θα κάνετε ότι είστε Σέρβοι κι έτσι έγινε, πήγαμε πρώτα στο γενικό στρατόπεδο [εννοεί το Moosburg] και από κεί πήγαμε με το τραίνο. Καθίσαμε 2 βδομάδες στο Βελιγράδι και μία στα Σκόπια. Μετά μας μετέφεραν στο Νέο Καύκασο μας μετρήσαν οι δικοί μας υπογράψανε ότι μας παραλάβανε και καθίσαμε μία βδομάδα στη Φλώρινα και μία στη Κοζάνη και κοντέψαμε να πεθάνουμε απ’ τη πείνα. Στη Σερβία σφάζαν αρνιά οι σέρβοι και τρώγαμε κι εδώ κοντέψαμε να πεθάνουμε απ’ τη πείνα».

 

Στο Augsburg τις μέρες της απελευθέρωσης, Μάϊος 1945. Αριστερά Νίκος Τεντζεράκης, δεξιά Αργύρης Φουρτωτήρας.

 

Τελικά, ο Τεντζεράκης τρείς μήνες μετά την απελευθέρωση κατάφερε κι έφτασε στο χωριό μέσω Σερβίας, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες αιχμάλωτοι παρέμεναν ακόμα πίσω.

Νέα απ’ την πατρίδα δεν είχαν. Μία μέρα, όταν είχαν απελευθερωθεί, πέρασε από το στρατόπεδο ο Ζαχαριάδης, ερχόμενος απ’ το Νταχάου (είναι πολύ κοντά στο Augsburg). «Λέει γειά σας, είμαι ο Ζαχαριάδης, πάω Γαλλία και από κει Ελλάδα. Λέμε, θα μας κάνεις μια χάρη; Λεει, τι χάρη; Λέμε, θα γράψουμε τα ονόματά μας να τα δημοσιεύσεις σε μια εφημερίδα για να ξέρουνε οι δικοί μας ότι ζούμε. Και έτσι έγινε, τα είχε γράψει η εφημερίδα και μάθανε… αλλά πότε θα γυρνούσαμε ποιος ήξερε;»

Και με την επιστροφή στο χωριό βέβαια δεν ησύχασε από βάσανα. Από το 1947- 1950 υπηρέτησε 30 μήνες στο στρατό και ως χαρακτηρισμένος αριστερός γύρισε όλη την Ελλάδα. Κι όταν  τέλειωσε κι απ ’αυτό έπρεπε να «πιστοποιηθεί» με σφραγίδα νομιμοφροσύνης για να μπορέσει να ζήσει ειρηνικά. «Όταν γύρισα από φαντάρος με φωνάζει ο Βλαχόπουλος ο αστυνόμος και λέει, «κάτσε δω» και μου δίνει ένα χαρτί κι ένα μολύβι και λέει, γράψε «αποκηρύσσω το κομμουνιστικό κόμμα»… του δίνω μια κλωτσιά, αναποδογυρίσανε τα χαρτιά και τα μολύβια… δίνουμε ένα καυγά… φύγε από δω του λέω θα μου πεις εμένα… και μη με ξανακαλέσεις εδώ πάνω… να τέτοιοι ήτανε… χαμένα πράματα».

 


Στο Augsburg τις μέρες της απελευθέρωσης, Μάϊος 1945. Πρώτος όρθιος από αριστερά ο Αργύρης Φουρτωτήρας.

 

 

Ο Νίκος Τεντζεράκης συνέχισε τη δουλειά στο καφενείο του πατέρα του στην κεντρική πλατεία Αργαλαστής και αποτέλεσε χαρακτηριστική φιγούρα στο χωριό. «Να τα γράψεις αυτά» μου έλεγε, «να ξέρουν όλοι τι περάσαμε». Θα ήθελα να αφιερώσω το κείμενο ετούτο στη μνήμη του. 

 

 

 

 

Πρώτος από δεξιά όρθιος ο Νίκος Τεντζεράκης.
 

Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ

 ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ

ΑΠ΄ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΡΓΑΛΑΣΤΗΣ, ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ

Η τελευταία διαδρομή  του δάσκαλου Τάσου Τσαλίκη.


 

 

 

Κείμενο: Γιάννης Κονιόρδος

(Συντομευμένη-τροποποιημένη μορφή αρχικού κειμένου που δημοσιεύτηκε στο http://anolehonia.blogspot.com).

 

Tην Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή 200 φυλακισμένοι όμηροι από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, ως αντίποινα για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού σε ενέδρα του ΕΛΑΣ, έξω από τους Μολάους στην Πελοπόννησο. Οι περισσότεροι από τους ομήρους ήταν έγκλειστοι κομμουνιστές που είχαν εκτοπιστεί και φυλακιστεί στη διάρκεια της Μεταξικής δικτατορίας και παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στους κατακτητές. Ανάμεσα στους ομήρους ήταν και ο δάσκαλος Τάσος Τσαλίκης από την Αργαλαστή Πηλίου.

 

 

Ο Τάσος γεννήθηκε στην Αργαλαστή το 1911 και ήταν το πρώτο από τα έξη παιδιά της οικογένειας του Γιάννη και Ζωής Τσαλίκη. Τελείωσε το Ελληνικό σχολείο, που τίμησε ο Βάρναλης, και συνέχισε σπουδές στο Γυμνάσιο του Βόλου. Τις διδασκαλικές του σπουδές έκανε στο Τριτάξιο Διδασκαλείο της Λαμίας όπου εγγράφηκε το 1928 και αποφοίτησε το 1931. Εκεί ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές και μαρξιστικές ιδέες και με τις ιδεολογικές και παιδαγωγικές κληρονομιές και κατακτήσεις του «Παιδαγωγικού Ομίλου». Την ίδια εποχή (1929)  εμφανίζεται και η «αριστερή Παράταξη» των δασκάλων που εξελίσσεται σε μια δυναμική παράταξη με μεγάλη επιρροή στους κόλπους της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας (ΔΟΕ). Από τα χρόνια του Διδασκαλείου ο Τσαλίκης οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ και ανέπτυξε δράση οργανώνοντας μαθητικά συσσίτια και άλλες εκδηλώσεις. Η δράση του και οι ιδεολογικές του απόψεις μάλιστα ανάγκασαν τον Σύλλογο των καθηγητών να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την περίπτωσή του σε σχετικές συνεδριάσεις, αλλά και να μπει στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών[1]. Είναι η εποχή του «Ιδιώνυμου» και των διώξεων, ειδικά των δημοσίων υπαλλλήλων.

 

 

Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε πρώτα στα «Ηνωμένα Εκπαιδευτήρια» στο Βόλο, έπειτα στο χωριό Μπιρ (σημερινή Καλλιθέα λίγο έξω από το κεφαλοχώρι της Αργαλαστής) και έπειτα στο Δημοτικό σχολείο Αργαλαστής. Δεν υπάρχουν στοιχεία ή μαρτυρίες για την πολιτική ή συνδικαλιστική του oργάνωση και δράση ως δάσκαλος, ωστόσο, την εποχή που ξαναγύρισε στο χωριό, υπήρχαν οργανωμένες ομάδες κομμουνιστών με παράνομη δράση. Πιθανόν με υπόδειξη της Επιτροπής Εθνικής Ασφαλείας που λειτουργούσε και στην Αργαλαστή συνελήφθη ο Τσαλίκης το 1936, αν και η πολιτική του ταυτότητα δεν ήθελε ιδιαίτερες υποδείξεις. Εκτός τη δράση του στο Διδασκαλείο, άρθρα του με εκπαιδευτικό-κοινωνικό περιεχόμενο δημοσίευε η βολιώτικη εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή»[2]. Σύμφωνα με μαρτυρία του Γιώργου Ζηργάνου που έτυχε να είναι παρών, τον συνέλαβαν ένα βράδυ στο σπίτι του ο αστυνόμος Νικόπουλος με τον ενωμοτάρχη Μηλεών Γρεβενίτη και χωροφύλακες[3].

 

 

Ο Τσαλίκης εξορίστηκε αρχικά στον Αη Στράτη και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ακροναυπλίας, Εκεί, θα μείνει στον 2ο θάλαμο των «διανοουμένων» και θα γνωριστεί με τον Δημήτρη Γληνό, που μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία από την Ανάφη στις 7/5/37. Ο Γληνός, για όσο χρόνο έμεινε εκεί (ως τον Μάιο του 1938) ανέλαβε την οργάνωση και καθοδήγηση μορφωτικών δραστηριοτήτων δίνοντας με την παρουσία του την ανάλογη αίγλη και κίνητρο για συμμετοχή σε όλους τους εγκλείστους. Ο Τσαλίκης είχε αναλάβει τα μαθήματα των Ελληνικών[4].

 

 

Στην Ακροναυπλία ο Τσαλίκης έμεινε μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1942. Τότε, οι Ιταλικές αρχές, έχοντας σχεδιάσει το κλείσιμο των φυλακών άρχισαν τις μεταγωγές των κρατουμένων. Η πρώτη μεταγωγή 50 κρατουμένων έγινε στις 14/9/42. Απ’ αυτούς, οι 25, μεταξύ αυτών και ο Τσαλίκης[1], οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Τρικάλων και οι υπόλοιποι στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Λάρισας. Στο στρατόπεδο των Τρικάλων έμειναν μέχρι τον Μάιο του ’43 επειδή οι Ιταλοί, λόγω της αυξανόμενης απειλής των ανταρτών και της γειτνίασης της πόλης με τον Κόζιακα, έκλεισαν το στρατόπεδο και μετέφεραν τους κρατούμενους στη Λάρισα.  

            Στο στρατόπεδο της Λάρισας ο Τσαλίκης έμεινε από τις 18 Μαίου ’43 έως τον Αύγουστο ’43, οπότε και μεταφέρθηκε για το Χαϊδάρι. Λίγες μέρες αφότου πήγε στη Λάρισα στις 5 Ιουνίου ’43 είδε να παίρνουν τους 106 συγκρατούμενούς του που εκτέλεσαν οι Ιταλοί στο Κούρνοβο, ως αντίποινα για την ανατίναξη αμαξοστοιχίας από τον ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όσο καιρό ήταν έγκλειστος στη Λάρισα έγιναν κάποιες ενέργειες αποφυλάκισής του, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε σε προνομιακή μεταχείριση απαντώντας «ή όλοι ή κανένας». Από κει κι έπειτα η ιστορία τού επιφύλαξε να ακολουθήσει και τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς του στον τοίχο του Σκοπευτηρίου την Πρωτομαγιά του 1944.

 

 

Εκτός από τον Τάσο, και η υπόλοιπη οικογένεια συμμετείχε ενεργά στο αντιστασιακό κίνημα και υπέφερε διώξεις, φυλακίσεις κ.λ.π. Ο μικρότερος αδερφός του Αποστόλης (ήταν υπολοχαγός στον ΔΣΕ) πέθανε στην Τασκένδη, οι αδερφές του διώχθηκαν και φυλακίστηκαν[5].

 

 

            Οι παλιοί μαθητές του που τον θυμούνταν με συγκίνηση και μιλούσαν με καλοσύνη για τον «πολύ καλό», «μορφωμένο», «πράο» και σεμνό δάσκαλό τους έχουν μάλλον φύγει όλοι απ’ τη ζωή. Ότι απομένει είναι το όνομα του Τάσου Τσαλίκη χαραγμένο πάνω στην πλάκα του μνημείου της Καισαριανής. Μέχρι πριν κάποια χρόνια, ένας παλιός συμμαθητής του στο Διδασκαλείο, ο Λευτέρης Κορέλης, είχε αναλάβει το χρέος της μνήμης της γενιάς του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα όπως το γράφει ο ίδιος: «Κάθε χρόνο που πηγαίνω στη σχετική τελετή ακούω το ονομά του στο προσκλητήριο των νεκρών Αγωνιστών:

-Tσαλίκης Τάσος. Παρών. Απαντάω μεγαλόφωνα και με κοιτάζουν περίεργα οι άλλοι.

-Αδερφός σου ήταν; με ρώτησε, την πρώτη φορά ο διπλανός μου.

-Ναι, του απάντησα και δάκρυσα. Δάκρυσε κι αυτός.

Έτσι του κάνω το μνημόσυνο…»[6].

            Ας μου επιτραπεί να είναι το σημείωμα ετούτο μια ακόμα μικρή συμβολή στη μνήμη του.                                                                                             Γιάννης Κονιόρδος

 

 

 

[1] Χ. Χαρίτος, Ι. Κανδήλα, Γ. Κοντομήτρος, Τα Διδασκαλεία Λαμίας και Καρπενησίου. Συμβολή στην Τοπική Εκπαιδευτική Ιστορία, Αθήνα 2002.

[2] Ενδεικτικά δες «Λαϊκή Φωνή», φ. 05/11/1933, 20/05/1934, 30/11/1934.

[3] Προφορική μαρτυρία Γ. Ζηργάνου στον γράφοντα.[1]

[4] Για την πορεία του Τσαλίκη στις φυλακές και μεταγωγές έχουν αντληθεί πληροφορίες από: Β. Μπαρτζιώτας, Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία, Αθήνα 1977, Β. Γιανόγκωνας, Ακροναυπλία, Αθήνα 1963, Α. Φλούντζης, Στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων 1941-44, η γέννηση του αντάρτικου στη Θεσσαλία», Αθήνα 1977.

[5] Περισσότερα για την οικογένεια Τσαλίκη δες στο Ν. Κολιού, «Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-44» τ. Β΄, σελ. 851.

[6] Λ. Κορέλης, Έτσι ήτανε πριν 50 χρόνια στο Διδασκαλείο Λαμίας, στο Χαρίτος κ.α., ο.π., σελ. 366-370.

 

Φωτογραφία από την Ακροναυπλία με τον Γληνό και τους δασκάλους. Πρώτος καθιστός από δεξιά ο Τάσος Τσαλίκης.

 


 

                   


                   

             

        

              

               

        Οι γονείς του Τάσου Τσαλίκη, Γιάννης και Ζωή.

Στην Αργαλαστή ανάμεσα σε συγγενείς (οικ. Γιάννη Βαίτση), πριν τη σύλληψή του το 1936.








 





 



 

Ο ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ

     Ο ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ Κείμενο : Απόστολος Κ.Αποστολάκης    Δεν θέλω δόξες, Δεν θέλω σύνταξη , Δε θέλω τίποτα   Το τραγούδι των Μάηδων όπου ...