Όρθια αριστερά η ανήλικη εργάτρια Ανδρονίκη Συκιώτη-Μουζά
Αφιέρωμα στην Εργατική Πρωτομαγιά
Γυναίκες της Μαγνησίας στο Εργατικό Κίνημα: η προσφορά τους στην Αντίσταση
στη μνήμη της γιαγιάς μου Ανδρονίκης Συκιώτη-Μουζά,
μιας από τις εκατοντάδες ανήλικες εργάτριες του καπνεργοστασίου Ματσάγγου
Κείμενο: Αγγελική Νικολάου
Στον Βόλο ιδρύθηκε το πρώτο Εργατικό Κέντρο της χώρας, στις 30 Νοεμβρίου 1908, μια πολυσυλλεκτική οργάνωση που προσέλκυσε εργάτες, τεχνίτες, επαγγελματίες αλλά και διανοούμενους, πεδίο συζήτησης και εφαλτήριο διάδοσης ριζοσπαστικών και σοσιαλιστικών ιδεών, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Οι διωγμοί που υπέστη στη συνέχεια το εργατικό κίνημα του Βόλου, μαζί με το Παρθεναγωγείο και τους πρωτεργάτες του (Δημήτρη Σαράτση, Αλέξανδρο Δελμούζο), είχαν ως συνέπεια τη διάλυση του Εργατικού Κέντρου και την παύση της έκδοσης του «Εργάτη», επιφέροντας και τη ματαίωση του στόχου για τη δημιουργία ισχυρού εργατικού κόμματος.
Οι αρχές του 20ού αιώνα είναι εποχή ιδιαίτερα σκληρή για τον εργατικό πληθυσμό της πόλης: εργασία 12 με 14 ώρες στα εργοστάσια, κακοπληρωμένη εργασία γυναικών, ανήλικα αγόρια και κορίτσια με πενιχρά μεροκάματα σε δύσκολες και επικίνδυνες για την υγεία τους συνθήκες. Σε αυτούς τους «φτωχούς των πόλεων» θα προστεθούν οι στρατιές των προσφύγων που θα φτάσουν στο λιμάνι του Βόλου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι πρόσφυγες, άνθρωποι σε ανάγκη οι περισσότεροι, θα αποτελέσουν το φθηνό εργατικό δυναμικό των μεγάλων βιομηχανικών κλάδων του Βόλου (σιδηροβιομηχανία, υφαντουργία, καπνοβιομηχανία, βιομηχανία τροφίμων), συμβάλλοντας στη μεγάλη ανάπτυξη αυτών των επιχειρήσεων.
Πρώτες οι προσφυγοπούλες, νεαρά κορίτσια οι περισσότερες, θα εργαστούν μαζικά στις βιομηχανίες της πόλης, σπάζοντας την παράδοση που ήθελε τη γυναίκα να ασχολείται μόνο με τα του οίκου ή να εργάζεται ως δασκάλα ή μοδίστρα. Η χρήση γυναικών εργατριών συνέβαλε στην επιθυμητή μείωση του κόστους παραγωγής, επειδή το ημερομίσθιό τους ήταν φθηνό. Ωστόσο, η εργασία των γυναικών εποπτευόταν πάντα από μια αξιόπιστη δύναμη ειδικευμένων ανδρών εργατών.
Ο δημοσιογράφος Άθως Τριγκώνης, σε άρθρο του στον “Ταχυδρόμο” του Δεκέμβρη 1930, περιγράφει με μελανά χρώματα τα “εργαζόμενα κορίτσια”: “Τα περισσότερα από τα εργαζόμενα κορίτσια ανήκουν στην εργατική τάξη και κάνουν χειρωνακτική δουλειά. [...] Στο Βόλο είναι πολλά εργοστάσια που χρησιμοποιούν όλο κορίτσια. Γεννηθήκανε από γονείς εργάτες, μέσα συχνά στη φτώχεια, στη στέρηση και την κακομοιριά. [,,,] Από μικρά 10 ή 12 ετών μπαίνουν σε ένα εργοστάσιο ή σε κάποιο άλλο κατάστημα, κι αρχίζουν τη δουλειά, την πραγματικά κουραστική δουλειά, που δεν αποδίδει παρά δέκα ή είκοσι δραχμές μονάχα την ημέρα. […] Ναι, λοιπόν πηγαίνετε να δείτε αυτά τα κορίτσια, αυτά που σχολνάνε απ’ τα εργοστάσια, τις καπναποθήκες, τα μαγαζιά. Σα μέλισσες που σκορπάνε από την κυψέλη τους, ξεχύνονται στους δρόμους βουίζοντας όπως αυτές, ωχρές οι περισσότερες, κακοντυμένες, πηγαίνουν βιαστικά για τα σπίτια των, δυο δυο, τρεις τρεις μαζί”.
Είναι μέσα στον χώρο της δουλειάς που οι γυναίκες, από το 1910 και μετά, θα έρθουν σε επαφή με τις προοδευτικές ιδέες, το εργατικό κίνημα, τις σοσιαλιστικές θεωρίες, συνήθως μαζί με τους άνδρες συναδέλφους τους, ανάμεσα στους οποίους πολλές φορές είναι τα αδέρφια τους ή οι μελλοντικοί τους σύντροφοι. Ελάχιστες αλλά εντυπωσιακές είναι κάποιες κινήσεις αμιγώς γυναικείου συνδικαλισμού, κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία. Το 1918 ιδρύεται το «Σωματείον υφαντριών και νηματεργατριών Βόλου», με επικεφαλής την εργάτρια Αλεξάνδρα Αμαράθη, η οποία θα απολυθεί μαζί με άλλες 30 εργάτριες, έχοντας συναντήσει εμπόδια ακόμα και από το τοπικό εργατικό κίνημα. Το 1922 ιδρύεται νέο σωματείο στον ίδιο κλάδο, με διοίκηση από τις εργάτριες Ασημώ Κλώνου, Χαρίκλεια Τσάντου, Ελένη Κόκαλη, Ελένη Κουφιδάκη, Κατίνα Οικονόμου κ.ά., χωρίς όμως επιτυχία. Μετά τις μεγάλες απεργίες του 1936 ο γυναικείος συνδικαλισμός γίνεται πιο μαχητικός, με εντυπωσιακή συμμετοχή και κύριο αίτημα την εξίσωση των αμοιβών ανδρών και γυναικών.
Αυτή η ώσμωση θα ενταθεί τη δύσκολη περίοδο της ιταλικής και γερμανικής κατοχής, με τη μεγάλη συμμετοχή των εργατριών στο συνδικαλιστικό κίνημα και την προσφορά τους στον αγώνα, τόσο για την απαλλαγή από τους κατακτητές όσο και για τη μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που τις κρατούσαν στο περιθώριο, έξω από τη σφαίρα των αποφάσεων. Μέσα από τον αγώνα τους για εθνική απελευθέρωση, οι γυναίκες εργάτριες και υπάλληλοι προώθησαν συγχρόνως το αίτημά τους για κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, κάνοντας την εμφάνισή τους στον δημόσιο χώρο ως υπολογίσιμα και σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα.
Η ΕΑΜική Αντίσταση, το πιο μαζικό αντιστασιακό κίνημα στη χώρα και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, με τη μεγάλη συμμετοχή και προσφορά των γυναικών, προκάλεσε σημαντικές ρήξεις σε γερά ριζωμένες αντιλήψεις της εποχής σε σχέση με τη θρησκεία, την τιμή και την ιδιοκτησία, δίνοντάς τους μάλιστα για πρώτη φορά το δικαίωμα της ψήφου (1944). Στις οργανώσεις του ΕΑΜ συμμετείχαν πλήθος από κορίτσια και γυναίκες εργάτριες στα μεγάλα εργοστάσια του Βόλου.
Πρωτεργάτριες κατά την Κατοχή αναδεικνύονται οι καπνεργάτριες του Ματσάγγου. Ο κλάδος των καπνεργατών, ιδιαίτερα δραστήριος και αγωνιστικός σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με συμμετοχή στις μεγάλες κινητοποιήσεις, απεργίες, συλλαλητήρια (1911, 1921, 1936), παρέμεινε καλά οργανωμένος στην Κατοχή και με πλούσιο γυναικείο δυναμικό, δεδομένου ότι ο αριθμός των εργατριών στο καπνεργοστάσιο ξεπερνούσε κατά πολύ τις άλλες βιομηχανικές μονάδες της πόλης: 1300 περίπου εργάτριες σε σύνολο 2000 εργατών. Με ημερομίσθια που έφταναν μόλις στο 30-50% των ανδρικών, οι γυναίκες εργάζονταν στα «χαρμάνια», στο πακετάρισμα, στο κυτιοποιείο, στη συσκευασία και στη δεματοποίηση, αλλά και στις σιγαρομηχανές μαζί με τους άνδρες. Οι εργάτριες του Ματσάγγου, με τη μαζικότητα της παρουσίας τους στο κέντρο της πόλης, έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο, κυρίως με τις δυναμικές τους διαδηλώσεις.
Στέλεχος των «Ματσαγγούδων» η Έφη Κοτσαρίνη-Παπά, γραμματέας στο τμήμα των χαρμανιών, έφερε σε επαφή με το Εργατικό ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ πολλές συναδέλφισσές της. Με την ίδρυση του Εργατικού ΕΑΜ και των συνεταιρισμών των σωματείων οι εργαζόμενοι βρήκαν τρόπους να προσφέρουν στην Αντίσταση και παράλληλα να εξοικονομήσουν στοιχειώδη μέσα για την επιβίωσή τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Έφης Κοτσαρίνη, όπως και από τις μαρτυρίες του προϊσταμένου της υπηρεσίας προσωπικού Ρήγα Πατσιαντά και του υπαλλήλου και μέλους της εργοστασιακής επιτροπής Δημήτρη Γεννηματά, οι εργαζόμενες στου Ματσάγγου πήραν μέρος σε όλα τα διαβήματα, τις διαμαρτυρίες και τα συλλαλητήρια της Κατοχής, όπως ήταν το ογκώδες συλλαλητήριο κατά της πολιτικής επιστράτευσης, τον Μάρτη του 1943, και η συγκέντρωση την εποχή της συνθηκολόγησης της Ιταλίας, στο προαύλιο της Ευαγγελίστριας. Μία από τις κύριες διεκδικήσεις τους επίσης ήταν η καταβολή μέρους των αποδοχών σε τρόφιμα και τσιγάρα (ανταλλακτικό μέσο της εποχής), ενώ συμμετείχαν στη διακίνηση του παράνομου Τύπου και μετέφεραν μηνύματα, προκηρύξεις και προπαγανδιστικό υλικό με κίνδυνο της ζωής τους.
Επαφή με τις «Ματσαγγούδες», μέσω του Δημήτρη Γεννηματά, είχε και η δασκάλα και διευθύντρια της Λέσχης Εργαζομένου Κοριτσιού Ελένη Βαλσαμή-Χαλυβοπούλου, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους, μαζί με τον σύζυγό της, τον ματωμένο Απρίλη του 1944. «Η Λέσχη στεγαζόταν τότε σε οίκημα πίσω από τα Δικαστήρια και οργάνωνε γιορτές, διαλέξεις και άλλες εκδηλώσεις, τις οποίες παρακολουθούσαν πολλοί εργάτες και εργάτριες του Ματσάγγου», γράφει η Νίτσα Κολιού. Είχε μεταβληθεί σε μια μυστική κυψέλη αντίστασης.
Ανάλογη οργάνωση και δράση επί Κατοχής μαρτυρείται για τις εργάτριες της υφαντουργίας Μουρτζούκου από την Άννα Αηδονίδου-Βλαχάκη, συνδικαλίστρια και μετέπειτα σύμβουλο στη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Βόλου. Εκτός από τους αγώνες για την αμοιβή των εργατριών σε ύφασμα στα χρόνια του άκρατου πληθωρισμού, για ένα διάστημα το εργοστάσιο έφτιαχνε κάμποτ και βαμβακερά υφάσματα για την Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ).
Οργάνωση των εργατριών και αντιστασιακή δράση καταγράφεται επίσης στην υφαντουργία Παπαγεωργίου. Από τις οργανωμένες στο Εργατικό ΕΑΜ ήταν η εργάτρια στο τμήμα καρικώματος υφασμάτων Αλίκη Λοβέρδου, που συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της οργάνωσης από το 1935. Αναφέρουμε επίσης τη μαρτυρία της Αφροδίτης Καλατζή-Κουτρουλή ( 1 ) με καταγωγή από την Καρδίτσα, που ήρθε στον Βόλο σε πολύ νεαρή ηλικία, εργάστηκε στο εργοστάσιο του Παπαγεωργίου και οργανώθηκε στο ΕΑΜ μαζί με τον αδερφό της και τον αρραβωνιαστικό της μέσω του συνδικάτου που καθοδηγούσε ο Αντώνης Πατσιαντάς. Δύο μήνες πριν την απελευθέρωση του Βόλου, την συνέλαβαν οι Γερμανοί και από την Κίτρινη Αποθήκη την εκτόπισαν στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Ravensbruck, κοντά στο Βερολίνο, και αργότερα στη Δρέσδη, από όπου μετά την απελευθέρωση κατόρθωσε να επιστρέψει στον Βόλο και να επανασυνδεθεί με τους δικούς της.
Μεταπολεμικά, οι εργάτες και οι εργάτριες της πόλης μαζί με τις οικογένειές τους βίωσαν την αγωνία της επανεκκίνησης της τοπικής βιομηχανίας, καθώς μαστίζονταν περισσότερο από όλους από την ανεργία και την ανέχεια. Οι γυναίκες εργάτριες επλήγησαν περισσότερο, καθώς προσλαμβάνονταν συνήθως περιστασιακά και για μικρή διάρκεια, όπως γινόταν, για παράδειγμα, στην καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, με τις επιλεκτικές προσλήψεις εργατριών με κριτήριο την «εθνικοφροσύνη» από το 1946 κι έπειτα. Δυσκολότερη ακόμη ήταν η πορεία για όλες εκείνες τις εργάτριες που φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν στη διάρκεια του Εμφυλίου και μέχρι το 1953, συχνά μαζί με τα μικρά τους παιδιά, στη Χίο, την Ικαρία, τη Μακρόνησο, το Τρίκερι.
Πηγές:
Τασούλα Βερβενιώτη, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Ευαγγελία Γάλλου, Νίτσα Κολιού, Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Θανάσης Μπέτας, Πάνος Σκοτινιώτης, Δημήτρης Σκαλτσής, Σταύρος Κατσούρας, Κώστας Φουντανόπουλος, Θανάσης Βογιατζής, Μιχάλης Κουντούρης, Λητώ Αποστολάκου, Συλλογές ΓΑΚ Μαγνησίας, περ Εν Βόλω, τχ. 30/2008, Δημοσιεύματα στο blog του ΣΙΜΕΑ. >https://simea2016.blogspot.com/
Σημείωση 1 https://simea2016.blogspot.com/2021/03/blog-post_35.html
Διαβάζεται και στην σελίδα του FB με περισσότερες φωτογραφίες >
.jpg)
.jpg)
